Τον είδα
πάλι.
Να σέρνει
το κουφάρι του
στην κεντρική
πλατεία
της συνοικίας.
Πρωί
μιας παγωμένης
Κυριακής.
Έβριζε.
Για το ανυπόφορο
κρύο.
Για το χιονόνερο
που έπεφτε
και τον ανάγκαζε
να κρατά
το κεφάλι του
μέσα
στο μακρύ,
τριμμένο
στους αγκώνες,
παλτό του.
Έβριζε.
Για την κακή
του τύχη.
Που άφησε
να του γλιστρήσουν
δύο μόνο
αριθμοί
από τη χθεσινή
κλήρωση
του Lotto.
Καταριόταν
και την άλλη
τύχη.
Την κακορίζικη,
της ζωής του.
Μόνος.
Χωρίς γυναίκα.
Χωρίς παιδιά.
Έβριζε.
Γιατί
δεν είχε
πού να πάει.
Σήμερα.
Και κάθε
μέρα.
Κι έβριζε
Γιατί,
χωρίς
κανέναν σκοπό,
έπρεπε
να γυρίσει
σπίτι.
Μα
ούτε αυτό
ήθελε.
Έκατσε
σε ένα
παγκάκι.
Μονολογούσε.
Ατέλειωτα.
Ύστερα
από λίγο
σηκώθηκε.
Περπάτησε
λίγα
μέτρα.
Σταμάτησε
πάνω
από ένα
παρτέρι.
Στη βρεγμένη,
παγωμένη
πρασινάδα του,
ένα
κυκλάμινο
μόνο
είχε
ανθίσει.
Έσκυψε.
Ήθελε
να το
χαϊδέψει;
Χαμογέλασε
ελαφρά.
(Ή έτσι
μου φάνηκε.)
Σηκώθηκε.
Συνέχισε
τον δρόμο
του.
Αυτή τη φορά
με βήμα
ελαφρώς
πιο γρήγορο.